Οργή λαού - Κώστας Βάρναλης


Η μεταθανάτια έκδοση της τελευταίας συλλογής ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη είχε να αντιμετωπίσει πολλά και κάποτε περίπλοκα φιλολογικά προβλήματα που απαιτούσαν επείγουσα μα και υπεύθυνη λύση. Προβλήματα κατάταξης και παραλλαγών κυρίως, οφειλόμενα βασικά στο γεγονός ότι δεν υπάρχει οριστικό χειρόγραφο της συλλογής, ούτε έχουμε ρητές εκδοτικές οδηγίες του ποιητή (εκτός από την σελίδα τίτλου και την αφιέρωση - και έναν μερικό πίνακα περιεχομένων, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω).

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Στα δεκαοχτώ του διορίστηκε δάσκαλος σε σχολείο του Πύργου και τον ίδιο χρόνο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή, πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα, ως δημοτικιστής, και συμμετείχε στην ίδρυση του περιοδικού Ηγησώ. Το 1904 και το 1905 αντίστοιχα εξέδωσε τα νεορομαντικά του πρωτόλεια Πυθμένες και Κηρήθρες. Την περίοδο που θα ακολουθήσει, εμπνέεται από ανθρωπιστικά και διονυσιακά ιδεώδη ανάλογα με αυτά του Ν. Καζαντζάκη και του Α. Σικελιανού, καθώς και από τα αισθητικά ιδεώδη του παρνασσισμού. Ο ελληνοκεντρικός αισθητισμός και ιδεαλισμός του θα κορυφωθεί με το άσμα του Προσκυνητή 1919, μέρος ενός ευρύτερου έργου που θα παραμείνει ανολοκλήρωτο και ήταν γραμμένο σε εντυπωσιακούς ενδεκασύλλαβους.

Διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα και τρία χρόνια αργότερα σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου. Θεωρήθηκε συνεργός του Αλέξανδρου Δελμούζου στα Αθεϊκά του Βόλου και μετατέθηκε στα Μέγαρα. Φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού και το 1915 διορίστηκε σχολάρχης στην Κερατέα Αττικής. Το 1917 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Πειραιά και το 1919 έφυγε με υποτροφία για μετεκπαίδευση στο Παρίσι, όπου προσχώρησε στο μαρξισμό. Η υποτροφία του διακόπηκε όταν έπεσε η κυβέρνηση Βενιζέλου και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου διορίστηκε σε ένα γυμνάσιο του Πειραιά. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε το Φως που καίει, το οποίο εξέδωσε το 1922 στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Η επιλογή του συγκεκριμένου ψευδωνύμου υπήρξε αντίδραση στην καλλιέπεια των ονομάτων που επέλεγαν οι δημιουργοί της εποχής. Με την εν λόγω ποιητική σύνθεση σφραγίζει την προσχώρησή του στον διαλεκτικό υλισμό και τη μαρξιστική ιδεολογία, στην οποία θα παραμείνει πιστός σε όλη του τη ζωή. Θα μείνει για ένα χρόνο περίπου στο Παρίσι και το 1924 θα διδάξει νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Δ. Γληνού. Ένα χρόνο αργότερα θα εκδηλωθεί η διαμάχη του με τον Γ. Αποστολάκη και ο Βάρναλης θα εκδώσει τον Σολωμό χωρίς μεταφυσική, που αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα και σημαντικότερα δείγματα μαρξιστικής κριτικής στην Ελλάδα. Θα διωχθεί για το Φως που καίει (και το Λαό των Μουνούχων, που είχε δημοσιευτεί το 1923) και θα παυθεί για έξι μήνες από τη δημόσια εκπαίδευση. Η ποινή θα προκαλέσει αντιδράσεις από τον πολιτικό και πνευματικό κόσμο της χώρας. Μεταξύ των υποστηρικτών του συγκαταλέγονται ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Στρατής Μυριβήλης και ο Κωστής Παλαμάς. Παρά ταύτα, ο Βάρναλης θα απολυθεί τελικά από την εκπαίδευση (1926).

Απολυμένος, στρέφεται στη δημοσιογραφία και φεύγει για το Παρίσι και πάλι, ως ανταποκριτής της εφημερίδας Πρόοδος. Το 1927 επιστρέφει στην Αθήνα και εκδίδει το αντιπολεμικό του έργο Σκλάβοι πολιορκημένοι, που θεωρείται η ωριμότερη ποιητική του σύνθεση. Ασχολείται βιοποριστικά με τη σύνταξη λημμάτων σε εγκυκλοπαιδικά λεξικά και συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες και περιοδικά (Πρόοδος, Ανεξάρτητος, Ριζοσπάστης, Πρωία, Προοδευτικός, Φιλελεύθερος, Αυγή, κ.α.). Το 1929 παντρεύεται την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1930 αφορίζεται για το Φως που καίει από την Ιερά Σύνοδο της Ελλάδας και ο αφορισμός αυτός θα αποτελέσει το τελικό έναυσμα για την αναθεωρημένη επανέκδοση του έργου, το 1933. Το 1931 εκδίδει την Αληθινή απολογία του Σωκράτη, σε πεζό λόγο, στην οποία κορυφώνεται η συναίρεση του λυρικού, δραματικού και σατιρικού στοιχείου που συνιστά την ιδιαιτερότητα του βαρναλικού ύφους. Το 1934 παίρνει μέρος στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα, ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων και τον επόμενο χρόνο εξορίζεται, με εντολή του Κονδύλη, στη Λέσβο και τον Αη Στράτη. Μετέφρασε πολλά έργα αρχαίων και νεότερων κλασικών (Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Ξενοφώντα, Σοφοκλή, Κορνέιγ, Μολιέρο, Ρακίνα, Φλωμπέρ). Έργα του περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες της Ευρώπης και της Αμερικής, ενώ στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες πραγματοποιήθηκαν πολλές αυτοτελείς εκδόσεις τους. Το 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 του απονεμήθηκε το βραβείο Λένιν. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1974. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης και η παλλαϊκή κηδεία του σηματοδότησε τη Μεταπολίτευση. Μετά το θάνατό του, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Οργή λαού (φιλ. επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη), την οποία είχε γράψει στη διάρκεια της δικτατορίας, και τα Φιλολογικά Απομνημονεύματά του (φιλ. επιμέλεια Κ. Γ. Παπαγεωργίου).

.

Facebook

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *