Ως στρουθίον μονάζον επι δώματος - Γιάννης Τσαρούχης


Ὁ Μάης ζητοῦσε. Οἱ ἐπαναστάσεις γίνονται ἀπ’ αὐτούς πού δίνουν. Ἔτυχε νά μπῶ στή Σχολή Καλῶν τεχνῶν γυρεύοντας ἕνα τελάρο πού εἶχα δανείσει σέ κάποιον. Μέ πῆραν γιά ἀστυνομικό! Ἕνας Ἕλληνας πού μέ ἤξερε ἐξήγησε πώς ἤμουν ἀκίνδυνος. Ἔπιασα συζήτηση μαζί τους. Ἦταν περήφανοι πού κατέλαβαν τή σχολή τους. Στό τέλος ἀρχίσαμε νά μιλᾶμε. Τούς εἶπα πώς ὅ,τι καλύτερο εἶχε ἡ γαλλική ζωγραφική, ἀπέφυγε αὐτή τή σχολή! Ὁ Ματίς, ὁ Ρουώ, ὅλοι αὐτοί πέρασαν γιά μιά βδομάδα μόνο ἀπό δῶ καί σεῖς θέλετε νά τήν καταλάβετε γιά πάντα. Πρέπει νά τήν ἐγκαταλείψετε καί νά μήν ξαναγυρίσετε. Ὅποιος καταλαμβάνει μιά σχολή εἶναι πιό πιθανό νά γίνει ἀρτηριοσκληρωτικός καθηγητής παρά ἕνας ἀνανεωτής. […]

Κατάλαβα ὅτι μέ τό νά κολλᾶς χαρτιά καί νά γράφεις συνθήματα μέ λαδομπογιά δέν ἀλλάζουν οἱ καταστάσεις. Πρέπει ν’ ἀλλάξουν τά μυαλά καί οἱ προκαταλήψεις.

[…] Αν τα σχολεία είναι κακά, πρέπει ν αμην πηγαίνουμε σ’ αυτά και να σκεφτόμαστε διαφορετικά απ’ αυτά. Αν μέσα σου γίνει μια αληθινή επανάσταση, μιλώντας σε δυο μόνο φοιτητές στο πεζοδρόμιο, έξω απ’ τη σχολή, μπορεί ν’ αλλάξεις την όψη του κόσμου για πολλούς αιώνες. Δεν μπορώ να βάλω στην ίδια μοίρα και άνευ τίτλων τον ξυπόλυτο Σωκράτη με όλους τους καθηγητές των πανεπιστημίων Αμερικής και Ευρώπης.

Ο Γιάννης Τσαρούχης (Πειραιάς 1910 - Αθήνα 1989) ήταν ζωγράφος. Φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1929 - 1935). Παράλληλα μαθήτευσε κοντά στον Φ. Κόντογλου (1931 - 1934), ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή ζωγραφική, ενώ μελέτησε την λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Μαζί με τους Πικιώνη, Κόντογλου και Αγγ. Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης.
Στα 1935 - 1936 αφού πρώτα επισκέφτηκε τη Κωνσταντινούπολη μετά ταξίδεψε στο Παρίσι και στην Ιταλία. Ήρθε σε επαφή με δημιουργίες της Αναγέννησης & του Εμπρεσιονισμού. Ανακάλυψε το έργο του Θεόφιλου και γνώρισε καλλιτέχνες όπως ο Ματίς και ο Τζακομέτι κ.ά.
Το '38, δυό χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο κατάστημα Αλεξοπούλου της οδού Νίκης/Αθήνα.
Το '40 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο Μηχανικό. Το '47 πραγματοποίησε 2 ατομικές εκθέσεις με υδατογραφίες και θεατρικά προσχέδια. Το ΄51 εξέθεσε στο Παρίσι και στο Λονδίνο και το '53 υπέγραψε συμβόλαιο με τη γκαλερί Ιόλας της Ν. Υόρκης. Το ΄56 υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ και το '58 πήρε μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το '67 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.
Το '82 άνοιξε το Μουσείο Γ. Τσαρούχη στο Μαρούσι στο σπίτι του καλλιτέχνη, που ο ίδιος μετέτρεψε σε Μουσείο παραχωρώντας την προσωπική συλλογή των έργων του. Παράλληλα λειτουργεί το Ίδρυμα Τσαρούχη με σκοπό τη διάδοση του έργου του ζωγράφου
Συνεργάστηκε με την Ντάλας Σίβικ Όπερα του Τέξας, τη Σκάλα του Μιλάνου, το Κόβεντ Γκάρντεν, το Εθνικό Λαϊκό Θέατρο της Γαλλίας, το Τεάτρο Ολύμπικο της Βιτσέντζα.
Το ΄77 ανέβασε ο ίδιος τις Τρωάδες του Ευριπίδη σε δική του νεοελληνική απόδοση με δική του διδασκαλία & σκηνογραφία.
Ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση βιβλίων, την μετάφραση και συγγραφή βιβλίων για την τέχνη. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε μετά από πολύχρονη παραμονή στο Παρίσι το ΄80, όπου και πέθανε το ΄89.
Ο Γιάννης Τσαρούχης υπήρξε ίσως ο πλέον διακεκριμένος εκπρόσωπος της εικαστικής γενιάς του ΄30, που προσπάθησε ιδιαίτερα να συγκεράσει τις επιταγές της "ελληνικότητας" με το ιδίωμα του "μοντερνισμού". Ως ζωγράφος των παθών του σώματος ναρκοθέτησε την μικροαστική αισθητική της δεκαετίας του ΄50. Αργότερα στράφηκε σε μια ζωγραφική πιο δυτικότροπη. Ο ίδιος πέραν του εικαστικού του έργου θα μείνει στην ιστορία ως ο κορυφαίος έλληνας σκηνογράφος.
Η διαφορά πάντως του Τσαρούχη και του διεθνισμού της γενιάς του ΄60 έγκειται κυρίως στο ότι αυτός ενεργούσε ως κληρονόμος ενός πολιτισμού εν ισχύ ενώ οι άλλοι ακολουθούσαν ένα πολιτιστικό σχήμα, που δεν είχε ακόμη μορφοποιηθεί.
Υλικά της δουλειάς του ήταν η λιτή χρωματική κλίμακα του Πολύγνωτου και η αυστηρά κομψή γραμμή της βυζαντινής εικόνας. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να αναβιώσει μέσα από τα έργα του χαριέσσα η παράδοση, αλλά και να εκφράζεται ένα ισχυρό πλαστικό ένστικτο. Διαμόρφωσε με το ευρύ φάσμα των καλλιτεχνικών του δραστηριοτήτων την αισθητική των Νεοελλήνων μεταπολεμικά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

Έργα του:
(2003) Έλληνες ζωγράφοι, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2000) Ανάμεσα σε ανατολή και δύση, Άγρα
(1996) Ποιήματα 1934-1937, Άγρα
(1993) Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1991) Φιλοκαλούμεν μετ' ευτελείας, Αδάμ - Πέργαμος
(1990) Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1989) Εγώ ειμί πτωχός και πένης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1989) Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, Εκδόσεις Καστανιώτη

.

Facebook

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *