Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους- Burroughs William S.- Kerouac Jack

Το πρώτο μυθιστόρημα της γενιάς των μπιτ. "Είχα την εντύπωση ότι σε ολόκληρη την Αμερική, στις γωνίες των δρόμων, σε μπαρ και εστιατόρια, συνέβαιναν τέτοιοι ηλίθιοι καβγάδες. Σε ολόκληρη την Αμερική οι άνθρωποι έτριβαν τις περγαμηνές που μόλις είχαν βγάλει από την τσέπη στα μούτρα κάποιων άλλων για να αποδείξουν ότι κάπου έχουν πάει ή κάτι έχουν κάνει. Και σκέφτηκα πως κάποια στιγμή όλοι οι Αμερικανοί θα πεταχτούν ξαφνικά πάνω και θα πουν: "Εγώ δεν τις σηκώνω αυτές τις μαλακίες!" και θα αρχίσουν να σπρώχνονται και να βρίζονται και να πλακώνονται με όποιον βρουν μπροστά τους..." Ο τυχοδιώκτης Ράμσεϊ Άλεν, μέντορας και φίλος του ωραίου, κατά πολύ νεαρότερου, ποιητή Φίλιπ Τούριαν, φυτοζωεί σε μια ετερόκλητη "φοιτητική" παρέα αντρών και γυναικών όπου διασταυρώνονται και οι δύο αφηγητές του βιβλίου: ο Ουίλ Ντένισον, ένας μπάρμπαν χωμένος για τα καλά στον υπόκοσμο, που όμως την ημέρα δουλεύει σαν ντεντέκτιβ, και ο Μάικ Ράικο, ένας αλκοολικός ναυτικός. Οι σταθεροί φίλοι και οι περιστασιακές φίλες και γνωριμίες αυτής της ομάδας κοιμούνται οπουδήποτε (και με οποιονδήποτε), τρώνε οπουδήποτε, σκοτώνουν τον χρόνο τους οπουδήποτε, καταναλώνουν ατελείωτες ποσότητες αλκοόλ και ναρκωτικών - κι όλα αυτά εν μέσω πολέμου, στα 1944! Ο ομοφυλόφιλος Άλεν ασκεί τρομακτική, διαρκή πίεση στον νεαρό Φίλιπ, σε βαθμό που καταντάει τραγελαφική και ενοχλητική για όλη την παρέα. Ο Φίλιπ θέλοντας να γλιτώσει από τη φορτική προστατευτικότητα του Άλεν προσπαθεί απεγνωσμένα να μπαρκάρει με τον Μάικ για τη Γαλλία αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σε μια ανύποπτη στιγμή, ο Φίλιπ συγκρούεται θανάσιμα με τον Άλεν... Το μυθικό αυτό μυθιστόρημα, στο οποίο καταγράφονται για πρώτη φορά τα πιο γνωστά χαρακτηριστικά της μπιτ λογοτεχνίας, είναι μια ξέφρενη κατάβαση στα έγκατα των πιο τρελών εμμονών, της λαγνείας, των ναρκωτικών, του αλκοόλ, της τέχνης, και της αδυσώπητης μοναξιάς. Το βιβλίο δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο των συγγραφέων του, μόλις πριν λίγους μήνες. Επαναλαμβάνουμε εδώ ότι το βιβλίο συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της μπιτ "on the road" λογοτεχνίας κι ας μη συμβαίνει παρά στα δρομάκια και τις λεωφόρους της Νέας Υόρκης της εποχής λίγο πριν το τέλος του πολέμου. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά: τα απίθανα επεισόδια που διαδέχονται καταιγιστικά το ένα το άλλο, οι συναντήσεις με τυχαίους ανθρώπους που διαπερνούν την πλοκή σαν αιφνίδιες αστραπές (ή εκλάμψεις στο μυαλό των αφηγητών/ηρώων), οι αργόσυρτες, δίχως φαινομενικά σοβαρό νόημα, τρελές/μεθυσμένες κουβέντες τής πάντα αργόσχολης παρέας που απολαμβάνει να επιβιώνει στην κόψη των πραγμάτων, η ελευθεριότητα (τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, οι ομοφυλοφιλικές ή και οι τριγωνικές σχέσεις) ενσωματωμένη φυσιολογικά στην κανονικότητα της ζωής, οι ακρότητες στα λόγια αλλά συχνά και στις πράξεις, το χιούμορ αναμιγμένο με τη θυμοσοφία σε ατέρμονες κουβέντες δίχως αρχή και τέλος - με δυο λόγια, όλα τα υφολογικά στοιχεία που διαποτίζουν εμβληματικά βιβλία της μπιτ όπως το "On the road" του Κέρουακ ή το "Junky" του Μπάροους. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει με ικανοποίηση ότι όλα αυτά σαφέστατα δοκιμάζονται με επιτυχία για πρώτη φορά στους "Ιπποπόταμους". H ανάγνωση του βιβλίου πείθει ότι στη συνέχεια, μέσα από το κοινό εργαστήριο των Ιπποπόταμων και με τα ίδια υλικά, ο μεν Κέρουακ θα προχωρήσει πλάθοντας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση το προσωπικό του σύμπαν της "οn the road" υπαρξιακής αγωνίας, ο δε Μπάροουζ, με μεγαλύτερη "τρέλα", θα ορίσει αντιστοίχως το δικό του σύμπαν, όπου πρωταγωνιστεί το συχνά ανατριχιαστικό, στην ανθρωπολογική του διάσταση, αέναο παιχνίδι με τον θάνατο. Το μυθιστόρημα αυτό εμπεριέχει μια σαφή ειρωνεία: το αυθάδικο και ανατρεπτικό κίνημα των μπιτ στη λογοτεχνία είναι πλέον καταχωρημένο (και κατοχυρωμένο) ως λογοτεχνική σχολή με αδιαμφισβήτητη την επίδρασή του στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ανήκει πλέον στον κλασικό κανόνα του εικοστού αιώνα. Επομένως, αυτό το μυθιστόρημα που γράφτηκε πρώτο, που απασχόλησε τους συγγραφείς του όλη τους τη ζωή και που διαβάζουμε τελευταίο, κλείνει πονηρά το μάτι στον αναγνώστη: είναι το τελευταίο και ταυτόχρονα το πρώτο, η πρώτη δοκιμασία και η τελική (μεταθανάτια) υπογραφή.

Ο Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ (William S. Burroughs) γεννήθηκε το 1914 στπ Μισούρι των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1953 κυκλοφόρησε το πρώτο και ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του, "Τζάνκι" (εκδ. Τόπος, 2009), το οποίο θεωρείται η πλέον χαρακτηριστική απεικόνιση του εφιαλτικού αγώνα ενάντια στα ναρκωτικά, εμπειρία που τον ταλαιπώρησε σε όλη σχεδόν τη ζωή του. Το 1951, σκοτώνει κατά λάθος τη γυναίκα του, ενώ έπαιζαν μεθυσμένοι τον Γουλιέλμο Τέλλο, μια πράξη που τον έστειλε στη φυλακή και στο ψυχιατρείο. Ο Μπάροουζ μαζί με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και τον Τζακ Κέρουακ, θεωρούνται οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι των μπιτ στη λογοτεχνία.Η έρευνά του στη γλώσσα ("η γλώσσα είναι ιός") και οι πειραματισμοί του με το κείμενο (τα περίφημα cut-up: "ο καθένας που διαθέτει ένα ψαλίδι μπορεί να γίνει ποιητής") αποτελούν συστατικα στοιχεία του έργου του. Πιο γνωστά του έργα τα μυθιστορήματα "Γυμνό Γεύμα" (1956/ εκδ. Τόπος, 2010), "Queer" (1986/ εκδ. Τόπος, 2010) και "Exterminator!" (1973), και οι τριλογίες "Nova Express" ("The Soft Machine", "Nova Express", "The Ticket That Exploded") και "Red Night Trilogy" ("Cities of the Red Night", "The Place of Dead Roads", "The Western Lands"). Από τις εκδόσεις "Τόπος" κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο που εγκαινίασε τη γενιά των μπιτ (και που έγραψε από κοινού με τον Τζακ Κέρουακ) το "Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους". Πέθανε το 1997.

O Τζακ Κέρουακ (Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac, όπως έγινε αργότερα γνωστός) γεννήθηκε στο Λόουελλ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαρτίου του 1922, γιος του Λέο-Αλσίντ Κέρουακ ή Κερουάκ και της Γκαμπριέλ-Ανζ Λεβέκ. Σε πολύ νεαρή ηλικία, βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Κέρουακ, αποτελώντας επιπλέον την αφορμή για την μετέπειτα έκδοση του μυθιστορήματος "Visions of Gerard". Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρή ηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του. Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε καλό αθλητή του μπέιζμπολ και κυρίως του αμερικανικού ποδοσφαίρου, τόσο ικανό ώστε με το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών να λάβει αθλητική υποτροφία για να σπουδάσει δωρεάν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εκεί, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά, με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπητ γενιάς, μεταξύ αυτών ο Άλλεν Γκίνζμπεργκ και ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. Η φοίτηση του στο Κολούμπια δεν διήρκησε πολύ, γιατί στο πρώτο έτος σπουδών του, έσπασε το πόδι του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα φούτμπολ. Παράλληλα, η κακή σχέση και οι διαφωνίες με τον προπονητή της ομάδας του, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και επέστρεψε στην γενέτειρά του Λόουελλ, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Λόουελλ Σαν (Lowell Sun). Μετά από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε στο Λόουελλ και στη Βοστώνη, όπου έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, στις αρχές του 1942 εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας μακρινά ταξίδια. Τον επόμενο χρόνο, κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αμερικανικό Ναυτικό, από όπου απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η επίσημη αιτιολογία της απόλυσής του, αναφερόταν στην ψυχολογική του κατάσταση και έκανε λόγο για αδιαφορία του. Είναι γεγονός πως δεν τηρούσε αυστηρή υπακοή στις εντολές των ανωτέρων του. Αργότερα, του επετράπη να ξαναεπιταχθεί στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens. Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Κέρουακ μαζί με την φίλη του Έντυ Πάρκερ (Edie Parker), συνδέθηκε στενά με τους Λουσιέν Κάρρ (Lucien Carr) και Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον συγγραφέα Γουίλλιαμ Σ. Μπάρροους (William S. Burroughs) καθώς και με τον Νήλ Κάσσαντυ (Neal Cassady). Εκείνη τήν εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζόν Κλέλλον Χόλμς (John Clellon Holmes), ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά την γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με την ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα "ήττας" (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο "Beat Generation". Παντρεύτηκε την Έντυ Πάρκερ το 1944, λίγο μετά την φυλάκιση του Λουσιέν Κάρρ για ανθρωποκτονία, για την οποία μάλιστα ο Κέρουακ θεωρήθηκε συνένοχος. Ο γάμος του κράτησε μόλις μερικούς μήνες, χώρισε το 1945 και τον ίδιο χρόνο συνέπεσε ο θάνατος του πατέρα του. Λίγο μετά τον θάνατο του, ο Κέρουακ άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, "Η Κωμόπολη και η Πόλη" ("The Town and the City"), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950. Το 1949 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί με τον φίλο του Νηλ Κάσσαντυ και την πρώην σύζυγο τού Κάσσαντυ, Λουάν (Luanne). Την επόμενη δεκαετία, ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον Κάσσαντυ, κι άλλοτε κάνοντας ότο-στόπ. Η περιπλάνησή θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του "Στο Δρόμο" ("On the Road"). Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη συζυγό του, Τζόαν Χάβερτυ (Joan Haverty). Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Κέρουακ. Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα "Στο Δρόμο" ("On the Road") βασισμένο στα ταξίδια του, τα "Οράματα του Κόντυ" ("Visions of Cody"), το "Ντόκτορ Σακς" ("Dr. Sax"), το "Μάγκι Κάσιντι" ("Maggie Cassidy"), τους "Υποχθόνιους" ("The Subterraneans") και άλλα έργα. Περίπου το 1955, άρχισε να μελετά το Βουδισμό, επηρεασμένος αρχικά από το έργο του Dwight Goddard "A Buddhist Bible" ενώ ασχολήθηκε έντονα με το διαλογισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Μεξικό, ολοκλήρωσε την ποιητική του σειρά "Μπλουζ του Μέχικο Σίτι" ("Mexico City Blues") καθώς και το μυθιστόρημα "Τριστέσα" ("Tristessa") γραμμένο για μιά κοπέλα που γνώρισε εκεί. Το 1956 άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα "Τα Οράματα του Ζεράρ" ("Visions of Gerard") γραμμένο για τον αδελφό του, "Γραφές της αιωνιότητας" ("The Scripture of the Golden Eternity") καθώς και πολλά ποιήματα. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του "Στο Δρόμο" το 1957, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα "Οι Αλήτες του Ντάρμα" ("The Dharma Bums"). Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του "On the Road", ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Επίσης, αρθογράφησε στα περιοδικά "Playboy", "Swank", "Holiday", "Escapade" και "Esquire". Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ (Big Sur) της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα "Μπιγκ Σερ" ("Big Sur"). Το 1966, παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη, Στέλλα Σάμπα, από την γενέτειρά του, Λόουελλ, κι εγκαταστάθηκε στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ της Φλώριδας, μαζί με την μητέρα του. Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών, στις 20 Οκτωβρίου 1969, από εσωτερική αιμοραγία, λόγω κίρρωσης τού ήπατος. Η σύζυγός του Στέλλα και η μητέρα του Γκαμπριέλ, τέλεσαν μια μικρή κηδεία στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ, καθώς και μία στό Λόουελλ, στην εκκλησία του St. Jean Baptiste, όπου παρακολουθούσε τη λειτουργία όταν ήταν μικρός. Η ταφή του έγινε στον οικογενειακό τάφο των Σάμπα στο Λόουελλ.

.

Facebook

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *