Η μητέρα του σκύλου - Παύλος Μάτεσις


Μια γυναίκα τιμωρήθηκε. Το αποδέχεται. Και μετατρέπει μόνη της την τιμωρία σε ισόβια: την "ακινησία". Μια γυναίκα-"στάσις". Και γύρω της η βουή και τα πάθη, να τα ριπίζει η τρέλα μεταμφιεσμένη σε αμέριμνο πουλί. Η κόρη της, ως επανάσταση για την τιμωρία, μεταμφιέζει με ψευδώνυμο την πόλη που αδίκησε τη μητέρα της, επιθέτει ψευδώνυμο και στον εαυτό της, βαφτίζεται "Ραραού" και καταφεύγουν πρόσφυγες στην πρωτεύουσα. Θύμα, και όχι ηρωίδα του βιβλίου αυτού, η Ραραού εγκαθίσταται στο Μελόδραμα και στο Κωμικό. Την ανάγκασαν να πιστέψει ότι δεν της επιτρέπεται να είναι τραγική, τα πάθη της δεν ανέρχονται σε επίπεδο μεγαλοπρέπειας. Τελικά, όμως, η Τραγωδία, έστω και με σπασμένη κόθορνο, την επισκέπτεται και τη μυρώνει. Γύρω στις δύο γυναίκες, θολή στο βάθος μια χώρα αδέσποτη. Και πρόσωπα πολλά, που πιστεύουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε ως πρόσχημα για να γίνουν βιβλία τα δικά τους πάθη. Κατά τη διαδρομή του βιβλίου, οι λοιποί κάτοικοί του βαθμιαία ευτυχούν και εγκαταλείπουν ησυχασμένοι και το βιβλίο και τη Ραραού.
 Η χώρα παραμένει θολή και ακίνητη στο περιθώριο του βιβλίου. Το οποίο βιβλίο δεν αντέχει να παρακολουθήσει τη Ραραού ως το τέλος της: λιποταχτεί, την εγκαταλείπει να συνεχίσει μόνη της. Τελικώς, λάθος μου που την αποκάλεσα θύμα. Αφού άλλωστε μόνη της δηλώνει ευτυχής και επιτυχημένη. Δεν γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού.Η μητέρα του σκύλου είναι βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1990 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και από τότε έχει επανεκδοθεί δεκάδες φορές. Μεταφράστηκε αρχικά στα γαλλικά το 1993 από τον Ζακ Μπουσάρ (Jacques Bouchard) και σε άλλες γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο της κοινότητας Ελληνοφώνων της Νότιας Ιταλίας το 1998, με το μεγάλο βραβείο των κριτικών το 2000 και το βραβείο Acerbi (Premio letterario Giuseppe Acerbi) στην Ιταλία το 2002).
Το βιβλίο είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ένας μονόλογος από την Ραραού, μια συνταξιούχο ηθοποιό. Η Ραραού (το πραγματικό της όνομα, όπως λέει η ίδια, ήταν Ρουμπίνη Μέσκαρη) μιλά κυρίως για τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή σε ένα επαρχιακό χωριό. Μετά την απελευθέρωση ήρθε με την μητέρα της, που είχε νωρίτερα διαπομπευτεί σαν ερωμένη Ιταλού αξιωματικού, στην Αθήνα όπου και έζησαν μαζί μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Διάσπαρτες είναι ακόμα οι αναφορές της αφηγήτριας στην επαγγελματική της ζωή.



Ο Παύλος Μάτεσις (1933-2013) γεννήθηκε στο χωριό Δίβρη, στην Πελοπόννησο. Μέχρι τα 19 του έζησε σε πολλές επαρχιακές πόλεις. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βαχλιώτη, μουσική και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος και εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του για να αφοσιωθεί στο θέατρο και τη λογοτεχνία. Ως ηθοποιός, εμφανίστηκε παίζοντας τον Υιό στη "Φαύστα" του Μποστ και τον Αϊνστάιν στην κωμωδία "Αρσενικό και παλιά δαντέλα" του Κέσελρινγκ. Δίδαξε υποκριτική στη Σχολή Σταυράκου (1963-64). Διετέλεσε βοηθός δραματουργός στο Εθνικό Θέατρο, μεταξύ 1971-1973. Επίσης, έγραψε και σκηνοθέτησε δύο τηλεοπτικές σειρές που παίχτηκαν στην ΥΕΝΕΔ (1974-76) καθώς και κείμενα για Floor Show. Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε με το μονόπρακτο θεατρικό έργο "Ο σταθμός", το 1964, που διακρίθηκε στο διαγωνισμού του θιάσου "Δωδέκατη Αυλαία" και ακολούθησε "Η τελετή", που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου το 1966 και παραστάθηκε από το Θέατρο Νέας Ιωνίας του Γιώργου Μιχαηλίδη την επόμενη χρονιά, και δύο χρόνια αργότερα από το Εθνικό Θέατρο. Στην πρώτη φάση της θεατρικής του δημιουργίας, ο Μάτεσις κινήθηκε στο χώρο της σκληρής απομυθοποίησης του ελληνικού μικροαστισμού και στη συνέχεια -με οριακή δημιουργία το "Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο"- στράφηκε προς μια γραφή που παραπέμπει στο λεγόμενο θέατρο του παραλόγου με σαφείς αναφορές στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ. Με το θεατρικό έργο του "Προς Ελευσίνα", εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του William Faulkner "Καθώς ψυχορραγώ", ο Μάτεσις επιχείρησε μια ανατρεπτική απεικονιση της ζωής από τη σκοπιά του θανάτου, με αναφορές στην ελληνική παράδοση από την αρχαία τραγωδία ως το δημοτικό τραγούδι και τα ελληνικά ήθη και έθιμα, όλα σε μια ανεστραμμένη οπτική. Στην πεζογραφία πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση το 1987 με τη νουβέλα "Αφροδίτη", και έγινε γνωστός το 1990 με τη "Μητέρα του σκύλου", στο οποίο αντιμετωπίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από τη ματιά της κεντρικής ηρωίδας του, της ψυχωσικής Ραραούς. "Η μητέρα του σκύλου" μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και περιλήφθηκε στη λίστα του αγγλικού εκδοτικού οίκου Quintet Publishing "1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του". Την ίδια προβληματική συνέχισε ο Μάτεσις με τη συλλογή διηγημάτων του "Ύλη δάσους" αλλά και το μυθιστόρημα "Ο παλαιός των Ημερών". Ανατρεπτικής γραφής ήταν και το μυθιστόρημά του "Πάντα καλά", το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε αισθηματικό μυθιστόρημα, καθώς και τα "Σκοτεινός οδηγός", "Μύρτος", "Αλδεβαράν" και το παρωδιακό "Graffito". Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση λογοτεχνικών και θεωρητικών έργων (από συγγραφείς όπως οι Σαίξπηρ, Μπεν Τζόνσον, Αριστοφάνης, Μολιέρος, Ίψεν, Μπωμαρσαί, Βιτράκ, Αρτώ, Πίντερ, Μάμετ, Σέπαρντ, Αραμπάλ). Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2013, στα 80 του χρόνια, ενώ νοσηλευόταν σε ιδιωτικό θεραπευτήριο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

.

Facebook

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *